Loading...

Ανεξάρτητος Δικηγόρος: Μήπως δουλεύεις για το Δημόσιο και δεν το ξέρεις; (αναδημοσίευση από το 122ο τεύχος της «Δικηγορικής Επικαιρότητας»)

Ανεξάρτητος Δικηγόρος: Μήπως δουλεύεις για το Δημόσιο και δεν το ξέρεις; του Σπυρίδωνος Αδάμ, Δικηγόρου Αθηνών, Μέλους της Πανελλήν...


Ανεξάρτητος Δικηγόρος: Μήπως δουλεύεις για το Δημόσιο και δεν το ξέρεις;

του Σπυρίδωνος Αδάμ, Δικηγόρου Αθηνών,
Μέλους της Πανελλήνιας Ένωσης Δικηγόρων [1]
Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση από το 122ο τεύχος [Αυγούστου – Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 2014] της Επιστημονικής Έκδοσης του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά «Δικηγορική Επικαιρότητα», σελ. 17, η οποία είναι διαθέσιμη διαδικτυακά στο urlhttp://dspeir.gr/images/files/teuxos%20122.pdf.
Στο παρακάτω κείμενο έχουν διορθωθεί τυπογραφικά λάθη που εμφιλοχώρησαν (τα λάθη διατηρούνται με διαγεγραμμένο κείμενο).
—//—
Οι φορολογικές εργασίες που θα απαιτούνται από 1.1.2015 για να είναι ένας ανεξάρτητος δικηγόρος φορολογικά ενήμερος ανέρχονται περίπου –μέχρι στιγμής – σε τριάντα τρεις είκοσι έξι (26) τον αριθμό.
Συγκεκριμένα, πέρα από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, υποχρεούμαστε να υποβάλουμε 5 δηλώσεις ΦΠΑ (4 περιοδικές και 1 εκκαθαριστική), 7 δηλώσεις παρακρατούμενων φόρων (6 προσωρινές και 1 οριστική), μία ετήσια κατάσταση με τις έγγραφες συμφωνίες αμοιβών με τους πελάτες μας, και, τέλος, 12 μηνιαίες συγκεντρωτικές καταστάσεις. Μαζί με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, που υποβάλλονται από το σύνολο των φορολογουμένων, μας κάνουν 26 φορολογικές εργασίες.
Εδώ απαιτείται μία σημαντική διευκρίνιση για να έχουμε πλήρη εικόνα του τι ακριβώς εννοείται: με 26 φορολογικές εργασίες επιβαρύνεται και ο δικηγόρος που έχει πολύ μικρή οικονομική δραστηριότητα και η μεγαλύτερη δικηγορική εταιρεία στην Ελλάδα. Απολύτως καμία διαφοροποίηση. Έτσι, ακόμη και αν ένας συνάδελφος έχει κάνει μέχρι 10 παραστάσεις στα δικαστήρια (συγκαταλέγεται δηλαδή στο 66 %  περίπου[2] των ενεργών δικηγόρων της Αθήνας για το έτος 2011) και εμφανίζει μία αστεία οικονομική δραστηριότητα (επί παραδείγματι 2000 – 5000 € ετησίως), υποχρεούται και αυτός να χάσει 26 από τις 261 περίπου εργάσιμες ημέρες του έτους[3], απλώς για να είναι εντάξει με την εφορία.
Ο αριθμός αυτός, φυσικά, ισχύει μόνο αν ο συνάδελφος είναι απόλυτα οργανωμένος, γνωρίζει άριστα τη φορολογική νομοθεσία, ενημερώνεται καθημερινά, έχει την πνευματική δυνατότητα να ερμηνεύει σωστά (δηλ. σύμφωνα πάντα με την «ερμηνεία» που δίνουν οι εφοριακοί υπάλληλοι) τις καθημερινές εγκυκλίους που έρχονται σωρηδόν από το Υπουργείο Οικονομικών, τη Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων και άλλους φορείς, και – φυσικά – θα μπορέσει να εξυπηρετηθεί στην ώρα του τη δήλη ημέρα υποβολής (είτε από τους υπαλλήλους είτε από το taxisnet).
Σε αυτές τις εργασίες δεν έχουμε μετρήσει ούτε τις ώρες προετοιμασίες προετοιμασίας των δηλώσεων αυτών, ούτε τις ώρες που χάνονται στις πληρωμές των εκάστοτε υποχρεώσεωναφού έχουν γίνει οι αντίστοιχες δηλώσεις. Σίγουρα, η ταυτότητα οφειλής έχει βοηθήσει πολλούς συναδέλφους (όσους έχουν χρηματικές συναλλαγές με τράπεζες που υποστηρίζουν online banking και πληρωμή φόρων μέσω αυτού και δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη ΔΟΥ ή τις τράπεζες ή δεν έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης οφειλών), αλλά για τους περισσότερους συναδέλφους έχουμε άλλες έξι εργάσιμες ημέρες, που θα πρέπει να αφιερώσουν μέρος του χρόνου τους στη διατήρηση αγαστών σχέσεων με το Δημόσιο: 5 φορές για το ΦΠΑ, μία για το φόρο εισοδήματος. Και έχουμε ακόμη να συμπεριλάβουμε κάποιες άλλες εργασίες που αντιστοιχούν σε λοιπά φορολογικά βάρη, όπως πχ τον ΕΝΦΙΑ.
Και για όλα τα ανωτέρω υποθέτουμε ότι ο συνάδελφος είναι ενήμερος με εφάπαξ καταβολές, διότι, αν έχουμε πληρωμή δόσεων, τότε μάλλον ο αριθμός των ημερών ενασχόλησης με την εφορία μας αυξάνεται υπερβολικά: αν, για παράδειγμα, κάποιος συνάδελφος πρέπει να πληρώσει το φόρο εισοδήματος σε 3 δόσεις, το ΦΠΑ εφάπαξ και τον ΕΝΦΙΑ σε 6 δόσεις, τότε έχουμε 26 + 10 = 36 εργάσιμες που αποτελούν δήλη ημέρα για υποχρεώσεις προς την εφορία.
Αν λοιπόν στρογγυλέψουμε το νούμερο, και πάρουμε ένα ασυνήθιστα – σύμφωνα με όσα τα επίσημα στοιχεία μας αφήνουν να πιθανολογήσουμε – καλό σενάριο ενημερότητας του συναδέλφου, τότε ο συνάδελφος αναλώνει (σύμφωνα με τους πιο αισιόδοξους των υπολογισμών) το 13,8 % του εργάσιμου χρόνου που διαθέτει για τις συναλλαγές με το δημόσιο στις συναλλαγές του με τη ΔΟΥ, αντί να τον αφιερώνει στην πρόοδο της επιχείρισής του και την επιμέλεια των υποθέσεων των πελατών του[4].
Για όσους δεν κουράστηκαν και παρακολουθούν ακόμη, δεν έχουμε μιλήσει καν για τις υποχρεώσεις μας προς τα ασφαλιστικά ταμεία, την ατελείωτη γραφειοκρατία που επέβαλε ο νέος κώδικας δικηγόρων, τις ουρές κατάθεσης στα δικαστήρια, την αγορά παραβόλων, ενσήμων κλπ.
Ποσοτικοποιώντας και σε χρήμα τις υποχρεώσεις μας προς το δημόσιο τώρα, σημειώνουμε ότι η παρακράτηση φόρου πλέον γίνεται από το πρώτο ευρώ, πράγμα που μας αναγκάζει σε παρακράτηση φόρου ακόμα και στην αμοιβή του δικαστικού επιμελητή (σε υποθέσεις που μπορεί να έχουν ακόμη και μηδενικό οικονομικό αντικείμενο, όπως πχ οι ρυθμίσεις οφειλών του ν. 3869/2010).
Σε απλά ελληνικά, η κατάθεση του οποιοδήποτε δικογράφου, σημαίνει κρατήσεις επί της συνολικής «αμοιβής» μας ύψους (περίπου) 3% προς ΔΣΑ, 3% προς ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, 5% προς ΕΤΑΑ-ΤΠΔΑ και 15% φόρου, συν τα ένσημα υπέρ ΕΤΑΑ-ΤΥΔΑ, ΤΑΝ-ΤΕΑΔ, ΤΑΧΔΙΚ,  συν τις όποιες πρόσθετες επιβαρύνσεις (παράβολα υπέρ του δημοσίου, κλπ). Για ένα δικόγραφο στον πρώτο βαθμό δηλαδή, από την αμοιβή μας, γίνονται αυτομάτως κρατήσεις ύψους 26%, επιβαρυνόμεθα με ΦΠΑ 23%, φόρο εισοδήματος 26% από το πρώτο ευρώ καθώς και με 55% προκαταβολή φόρου.
Πιο απλουστευμένα, για κάθε 100 € που δίνει ο πολίτης (εξαιρουμένων παραβόλων) για την «αμοιβή» μας,  έχουμε επιβάρυνση 23 € ΦΠΑ, καθώς και 40,30 € φόρο εισοδήματος με προκαταβολή και 26 € κρατήσεις υπέρ τρίτων. Από τα συνολικά 123 € δηλαδή 89,30 € καταλήγουν σε Κράτος, Ταμεία, ΝΠΔΔ.
Ο εντολέας δηλαδή πληρώνει 123 € και εμείς «αμειβόμαστε» με 33,70 €.
Είναι σαφές ότι οι εποχές που «πειράζαμε» τους δικηγόρους που είχαν λογιστή έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Όποιος έχει βιοποριστεί έστω και ένα εξάμηνο από τη δικηγορία, γνωρίζει ότι δεν έχει την πολυτέλεια να δίνει 14% (δηλαδή κάτι λιγότερο από το 1/7) του χρόνου του και πλέον του 70% των ανύπαρκτων εισπράξεών του (σκοπίμως δε γίνεται χρήση της λέξης «εισόδημα» εδώ!), ακόμη και αν το θέλει, χωρίς τη βοήθεια λογιστή. Σημειωτέον δε ότι το οποιοδήποτε λάθος σε καταχώριση φορολογικών υποχρεώσεων (ακόμη και το πλέον καλόπιστο) επισύρει βαρύτατα πρόστιμα. Τα έξοδα για λογιστή, βέβαια, δεν είναι και λίγα – δικαίως – και πολλοί συνάδελφοι προσπαθούν να τηρήσουν τα βιβλία μόνοι τους. Η σπατάλη χρόνου σε αναγνώσεις ΠΟΛ από συναδέλφους είναι το λιγότερο, ενόψει των προστίμων που μόλις προανέφερα.
Τέλος, όσο και αν δε θέλουμε να το παραδεχθούμε, το παρόν καθεστώς εργασίας των δικηγόρων δεν αποτελεί τίποτα άλλο από μία ανερυθρίαστη στοχοποίηση, τόσο δική μας, όσο και των εντολέων μας. Διότι φυσικά τι άλλο επιθυμεί ο νομοθέτης όταν υποχρεώνει τον πολίτη σε ένα δυσθεώρητο κόστος για να προστατευθεί δικαστικά και τον δικηγόρο σε μία θεσμική κατοχύρωση της μαύρης εργασίας, αν όχι  και της φοροδιαφυγής για την επιβίωσή του[5];
Το παράξενο είναι ότι κανένας δε μιλά γι’ αυτά, πολύ περισσότερο δεν αντιδρά. Συνάδελφοι αναλώνονται – καλώς – στις νομικές τους αναλύσεις και ασχολούνται με το καθεστώς της διαμεσολάβησης, τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες, τις νέες μηνιαίες πλέον τροποποιήσεις βασικής νομοθεσίας, κλπ, αλλά προς Θεού… μη θίξουμε την εργασιακή κατάσταση του θεματοφύλακα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα.
Ξέρω πως πιθανότατα δε θα αφυπνιστούν οι συνάδελφοι από τα παραπάνω, όπως δεν αφυπνίστηκαν όταν η ΠΕΔ προέβη σε συγκεκριμένες προτάσεις ενώπιον της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων που υπεγράφησαν από περισσότερους από 1000 συναδέλφους πανελλαδικά.
Δυστυχώς, η τρομακτική απροθυμία και αδεξιότητα υπεράσπισης των δικών μας δικαιωμάτων είναι παροιμιώδης και προκαλεί πολλές φορές, αν όχι τον αποτροπιασμό, τουλάχιστον την απογοήτευση.
Δεν παύει όμως να υπάρχει χρέος αποτύπωσης της παρούσας κατάστασης. Δεν παύει να είναι επιτακτικό να διαρραγεί με κάποιο τρόπο το βαρύ πέπλο ακηδείας ακηδίας και σιωπής που επικρατεί στις νομικές εκδόσεις παντός τύπου.
Εν πάσει περιπτώσει, όσοι θέλουν και μπορούν, ας συνεχίσουν να κυνηγούν μία πάγια αντιμισθία ή ένα μαύρο μπλοκάκι και να επιβιώνουν χωρίς περαιτέρω απαιτήσεις για το μέλλον της εργασίας και της επιστήμης τους. Μπορούν ανενόχλητα να συνεχίσουν να δουλεύουν εισπράττοντας και αποδίδοντας φόρους και να ελπίζουν ότι όλα θα καλυτερεύσουν. Δύσκολο να τους κατηγορήσει κανείς. Η επιβίωση είναι αρετή.
Για όσους από εμάς όμως θέλουν μία εν τοις πράγμασι θεσμική κατοχύρωση και ένα μέλλον για τις επόμενες γενιές, για όσους αναζητούν όχι μονάχα την επιβίωση, αλλά και την αυτοπραγμάτωση μέσα από ένα κάποτε σαγηνευτικό επάγγελμα, δεν μπορεί να υπάρχει εφησυχασμός. Είναι αδήριτη ανάγκη να αναδιοργανώσουμε το πλαίσιο του λειτουργήματός μας, έτσι ώστε η εξάσκησή του να καταστεί αξιοπρεπής και ανθρώπινη, τόσο για μας, όσο και για τους εντολείς μας.
=================
Υποσημειώσεις
[2] σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα στις 28-9-2012 ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, βλ. στην ιστοσελίδα του ΔΣΑ, ανάρτηση που επιγράφεται «Η αλήθεια της «προνομιούχου» δικηγορίας σε αριθμούς…» http://goo.gl/4pgyI. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το 2011 το 33.16% των δικηγόρων δεν είχε ούτε μία παράσταση, το 18.44% είχε από 1-4 παραστάσεις, το 14,32% είχε 5-10, το 13,34% είχε από 11-20 παραστάσεις. Συνολικά δηλαδή, οι δικηγόροι που είχαν μέχρι 4 παραστάσεις, αντιπροσώπευαν το 51,6% των ενεργών δικηγόρων, ενώ οι δικηγόροι που είχαν μέχρι 10 παραστάσεις, αντιπροσώπευαν το 65.6% του συνολικού αριθμού των δικηγόρων της Αθήνας. Σε απλά ελληνικά, μόλις το 34,4% πιθανολογείται ότι έχει αρκετό εισόδημα για να βιοπορίζεται από τη δικηγορία, ενώ μόλις το 6,5% είχαν πάνω από 50 παραστάσεις στα δικαστήρια.
[3] Ο υπολογισμός αφήνει εκτός μόνο τα Σαββατοκύριακα, και όχι τις αργίες και έχει ως εξής: 52 εβδομάδες έχει το έτος, άρα 52 Σαββατοκύριακα περίπου το χρόνο = 104 ημέρες ετησίως. Αφαιρώντας τες από το σύνολο των 365 ημερών, προκύπτει ο αριθμός 261 εργασίμων ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και ημέρες αργιών, απεργιών, κλπ.
[4] κατάθεση δικογράφων, παραλαβή πιστοποιητικών, έκδοση αποφάσεων, δίκες κλπ
[5] Βλ. τα όσα διόλου πρωτότυπα διαλαμβάνονται στην έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα τον Ιούνιο 2013 [IMF Country Report No. 13/155, διαθέσιμη διαδικτυακά στο url http://www.imf.org/external/pubs/ft/scr/2013/cr13155.pdf] στη σελ. 26 in fine: «Πίεση για την επιβίωση των επιχειρήσεων. Οι εταιρείες αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από μεγάλο κομμάτι εταιρειών που δε χρεώνουν ή δεν αποδίδουν τον ΦΠΑ, δεν πληρώνουν τον υψηλό φόρο εργασίας της τάξεως του 43 τοις εκατό, αποφεύγουν τον φόρο εισοδήματος, και, επομένως, είναι σε θέση να προσφέρουν το προϊόν η την υπηρεσία σε πολύ χαμηλότερες τιμές. Περαιτέρω, η κυκλική επίδραση της ύφεσης στις εταιρείες, τις πιέζει περισσότερο να φοροδιαφύγουν για να επιβιώσουν.«
Slider 7953082739682492631

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΕΚΓΡΙΘΟΥΝ

emo-but-icon

Αρχική σελίδα item

ΚΑΘΕ ΝΕΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων

ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ ΤΗΣ ΒΔΟΜΑΔΑΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ