Loading...

Πρόχειρες παρατηρήσεις επί του Ν/Σ ΚΠολΔ – BRRD | Οι παρατηρήσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά του ΚΠολΔ, σχολιασμένες | Οι καταθέσεις κάτω των 100.000 € προστατεύονται από την οδηγία BRRD

Σήμερα τα ξημερώματα, λίγο πριν τις 2 το πρωί, αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων το 2ο νομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα , ...



Σήμερα τα ξημερώματα, λίγο πριν τις 2 το πρωί, αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων το 2ο νομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα, όπως αυτά προέκυψαν από την Σύνοδο του Ευρώ της 12ης Ιουλίου 2015.
Σε αυτό το νομοσχέδιο υπάρχουν δύο μεγάλες ομάδες ρυθμίσεων. Η πρώτη αναφέρεται στην τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η δεύτερη ομάδα, στην οδηγία BRRD [Bank Resolution and Recovery Directive] που αφορά την αντιμετώπιση προβληματικών τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Αποσαφηνίζω ότι λόγω του περιορισμένου χρόνου και του όγκου του νομοσχεδίου, δεν έχει καταστεί δυνατόν να αποσαφηνιστεί πλήρως αν πρόκειται για αυτούσιο το ‘Σχέδιο Χαμηλοθώρη’ ή εάν αυτό το σχέδιο έχει «μπολιαστεί» από παρατηρήσεις της νομοπαρασκευαστικής Κράνη ( που είχε συσταθεί από το ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 375/2015).
Μέχρι στιγμής, οι πληροφορίες από την Συντονιστική αναφέρουν πως μάλλον το υπό ψήφιση νομοσχέδιο δεν είναι το ίδιο με το Σχέδιο Χαμηλοθώρη, σε αντίθεση βέβαια με τα όσα αναφέρει το ίδιο το νομοσχέδιο.


απόσπασμα από το Ν/Σ


Ο ΔΣΑ στην εισαγωγή του σχεδίου αυτού προς ψήφιση, είχε διατυπώσει κάποιες αντιρρήσεις στο από 25.11.2014 δελτίο τύπου του.
Σκέφτηκα, ότι καλύτερος τρόπος να εκφράσω την κριτική μου, είναι να κάνω «κριτική στην κριτική», παραθέτοντας το κείμενο του Δελτίου Τύπου, και τα σχόλιά μου μέσα σε αγκύλες με κόκκινο χρώμα για κάθε συγκεκριμένη πρόταση:

Βασικά σημεία του νομοσχεδίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στα οποία αντιτίθεται το Δικηγορικό Σώμα και ο νομικός κόσμος της χώρας.
Από την ανάγνωση του εν λόγω νομοσχεδίου καθίσταται –δυστυχώς- σαφές ότι η εξαγγελία περί διαλόγου με τη νομική κοινότητα (δικαστές, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, δικαστικούς επιμελητές) ήταν άκρως προσχηματική. Αγνοήθηκαν πλήρως οι εμπεριστατωμένες παρατηρήσεις και προτάσεις επί των άρθρων του σχεδίου του ΚΠΔ, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί και γνωστοποιηθεί –ήδη τον Αύγουστο- από την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Παραγνωρίστηκε η ομόφωνη σχεδόν απόφαση της Διοικητικής Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις είναι –στην πλειονότητά τους- ατυχείς και σε κάθε περίπτωση απρόσφορες προς επίτευξη των σκοπών που τις συνοδεύουν. Επίσης δεν ελήφθησαν υπόψη οι ανάλογου περιεχομένου αποφάσεις των διοικητικών Ολομελειών των μεγάλων Δικαστηρίων της χώρας.
Αναλυτικά, οι κυριότερες ρυθμίσεις με τις οποίες διαφωνούμε, είναι οι κάτωθι:
1. Επανακαθορίζεται το σύνολο των ρυθμίσεων, αλλά και της όλης φιλοσοφίας της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, με δραματική φαλκίδευση των δικαιωμάτων των οφειλετών των Τραπεζών, ιδίως αναφορικά με τα ζητήματα πλειστηριασμών ακινήτων και την ενίσχυση των προνομίων των Τραπεζών και τον περιορισμό των εν γένει δικαιωμάτων εργαζομένων, δημοσίων υπαλλήλων, ασφαλιστικών οργανισμών, εγχειρόγραφων δανειστών, υπέρ των προνομίων των εμπραγμάτων προνομιούχων, ήτοι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Πρόκειται για ρυθμίσεις που έρχονται σε συνέχεια σειράς βαρύτατα δυσμενών μέτρων κατά της μικρής και μεσαίας τάξης ή της μικρής ιδιοκτησίας.
Ο προτεινόμενος επανακαθορισμός της σειράς κατάταξης των δανειστών στον πίνακα γενικών προνομίων και η κατάργηση της ισχύουσας πρόβλεψης για τη διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά μετά την ικανοποίηση της τρίτης τάξης αυτών ευνοεί αποκλειστικά τις Τράπεζες, σε βάρος κάθε άλλου δανειστή, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Οι δε Τράπεζες αποκτούν συμμετοχή στη διανομή του πλειστηριάσματος ακόμα και με την προσημείωση υποθήκης, χωρίς να είναι αναγκασμένες να την έχουν τρέψει σε υποθήκη. Η ανωτέρω διαπίστωση περί της προνομιακής μεταχείρισης των Τραπεζών δεν είναι μόνο δική μας. Απαντά σαφώς και στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους: «Από τις προτεινόμενες διατάξεις ενδέχεται να προκληθεί απώλεια εσόδων του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, λόγω της αποδυνάμωσης των ισχυόντων σήμερα προνομίων τους στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης»! Τούτο ομολογούν δημόσια και οι αρμόδιοι Υπουργοί Οικονομικών και Δικαιοσύνης: «Η εν λόγω απώλεια εσόδων θα αναπληρώνεται από άλλες πηγές εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού και των ανωτέρω φορέων κατά περίπτωση»! Δηλ. δίνουν προνόμια στις Τράπεζες και στη συνέχεια αναζητείται η κάλυψη αυτής της συνειδητής δημοσιονομικής απώλειας πάλι μέσω προδήλως νέων φορολογικών ρυθμίσεων σε βάρος του πολίτη αυτής της χώρας!
[Επέλεξα να μην σχολιάσω τις γενικές παρατηρήσεις, γιατί διαφωνώ επί της αρχής, και καλό είναι να διατυπώσω τις ενστάσεις μου συγκεκριμένα, στις παρατηρήσεις επί των άρθρων.]
Ειδικότερα επί των διατάξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης:
Άρθρο 934 ΚΠολΔ
Περιορίζονται ασφυκτικά οι χρόνοι προσβολής των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού όλες οι πράξεις της προδικασίας και κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι και την κατάσχεση προσβάλλονται μέσα σε προθεσμία 45 ημερών, όταν, σε αντίθεση με τον ισχύοντα ΚΠολΔ, οι πράξεις της προδικασίας και της αμφισβήτησης της απαίτησης προσβάλλονται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την κατάσχεση, η δε κατάσχεση προσβάλλεται μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού.
Επίσης η προθεσμία προσβολής του πλειστηριασμού των ακινήτων περιορίζεται στις εξήντα ημέρες από τη μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης, ενώ με τον ισχύοντα ΚΠολΔ στις ενενήντα ημέρες.
Ο περιορισμός των προθεσμιών θέτει ασφυκτικά χρονικά περιθώρια αντίδρασης στον οφειλέτη, ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που απαιτείται έρευνα για την συγκέντρωση στοιχείων, όπως είναι λ.χ. έρευνα προς αντίκρουση των στοιχείων κίνησης αλληλόχρεου λογαριασμού σε αντίστοιχη σύμβαση με πιστωτικό ίδρυμα, μετά το κλείσιμο του οποίου επισπεύδεται διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
[Δεν μπορώ να θεωρήσω προθεσμίες 45 και 60 ημερών ως ασφυκτικές: 1ον είναι από τις μεγαλύτερες που προβλέπει ο Κώδικας. 2ον μία προθεσμία 45 ημερών είναι το 12,32% του έτους, ενώ 60 ημερών αντιστοιχεί σε 16,44 % του έτους. Και για να αντιδιαστείλλω, δεν είδα καμία σοβαρή κινητοποίηση για τις 10 ημέρες που έχουμε να εφεσιβάλλουμε ποινικές αποφάσεις ή για όλες τις προθεσμίες της ποινικής δίκης – όπου κρίνεται η ελευθερία ανθρώπων και όχι η περιουσία τους – που είναι σχεδόν στο σύνολό τους πολύ μικρότερες των 45 ημερών. Αυτό δεν αλλάζει ούτε από την αναφορά σχετικά με την έρευνα ανεύρεσης στοιχείων από αλληλόχρεους. Ούτως ή άλλως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν πλήρη απροθυμία συμμόρφωσης σε παροχή στοιχείων. Ο λόγος είναι απλός: οι κυρώσεις, όταν προβλέπονται, μπορούν να επιβληθούν από κατ’ αρχήν από τον Υπουργό και όχι από δικαστήριο (επιτρέπεται η προσφυγή σε δικαστήριο φυσικά, αλλά η έναρξη αντιδικίας με τους πιστωτές σου για παροχή στοιχείων – αν η μεταξύ σας συναλλακτική σχέση είναι εντάξει κατά τα άλλα – είναι περισσότερο άσκηση επί χάρτου). Εκεί να αντιδράσουμε σθεναρά. Αλλά η αναμονή έξι μηνών – σύμφωνα με τον ισχύοντα ΚΠολΔ – για την ικανοποίηση απαιτήσεων δεν είναι ακριβώς αποτελεσματική ένδικη προστασία του δανειστή, και ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχει ένα υπολογίσιμο ποσοστό οφειλετών, το οποίο χαρακτηρίζεται ορθά ως «στρατηγικός κακοπληρωτής». Τέλος, για να μην είμαστε εκτός τόπου και χρόνου, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας έχει ηλικία άνω των 50 ετών, οπότε και οι προθεσμίες μετρούσαν διαφορετικά, σε έναν κόσμο χωρίς τις τεχνολογικές ευκολίες μετακίνησης και επικοινωνίας που υπάρχουν σήμερα: άλλο 45 μέρες το 1960, και άλλο το 2015.]
Άρθρο 937 ΚΠολΔ
Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται μόνο η άσκηση έφεσης. Αμφίβολης νομιμότητας, από πλευράς Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού δικαίου, διάταξη η οποία στερεί τον οφειλέτη να προσφύγει για τελική δικαστική κρίση αναφορικά με την επισπευδόμενη εναντίον του διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος με την μέχρι σήμερα νομολογία του ερμήνευε και διέπλαθε το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. [σύμφωνα με την ΕΣΔΑ πρέπει να κατοχυρώνονται 2 βαθμοί δικαιοδοσίας, όχι τρεις. Επιπλέον, ο ΑΠ δεν είναι 3ος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτως ή άλλως. Είναι το ανώτατο δικαστήριο της Χώρας και δεν είναι καθόλου παράξενο να μην ασχολείται με όλων των ειδών τις υποθέσεις. Ούτως ή άλλως, αν δεν υπάρχει ένδικο μέσο, η προσφυγή στο ΕΔΔΑ, σε περίπτωση κατάφωρης παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται σ’ αυτή, καθίσταται ευκολότερη ως εφικτή σε πιο σύντομο χρόνο] Διάταξη που ευνοεί κυρίως τα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων οι εκτελεστοί τίτλοι περιορίζονται αποκλειστικά στις διαταγές πληρωμής και δικαστικές αποφάσεις. [Οι ιδιώτες δηλαδή δεν έχουν ως εκτελεστούς τίτλους διαταγές πληρωμές και δικαστικές αποφάσεις; Πως τις ευνοεί;]
Άρθρο 971 ΚΠολΔ
Στερείται ο οφειλέτης του δικαιώματος να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης της ανακοπής του με την οποία προσβάλλει αναγγελία δανειστή. Τούτο έχει ως συνέπεια τη διανομή του πλειστηριάσματος συντομότερα, διάταξη που ευνοεί κυρίως τις τράπεζες, οι οποίες αναγγέλλονται σε πλειστηριασμούς που επισπεύδουν άλλες τράπεζες.
[Για τον 3ο βαθμό δικαιοδοσίας και την ΕΣΔΑ ισχύουν όσα παρατήρησα παραπάνω, ενώ η παρατήρηση για την ωφέλεια των τραπεζών, ίσως να είναι στατιστικά ορθή, κακώς όμως αποκλείει την περίπτωση να υπάρχει και ιδιώτης δανειστής, ή ακόμα και ο ευρύτερος Δημόσιος τομέας που να αναγγέλεται για να ικανοποιήσει δικές του απαιτήσεις. Εν τέλει, όμως, το ερώτημα είναι ποιο δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την εξέταση αναγγελίας δανειστή σε επίπεδο ΑΠ; Ο ΑΠ είναι το ανώτατο πολιτικό δικαστήριο της χώρας και βγάζει το χρόνο πάνω από 20000 αποφάσεις, με προφανή αντίκτυπο στην ποιότητά τους. Η αναγκαστική εκτέλεση έχει το νόημα της ικανοποίησης του δανειστή, και τα ένδικα βοηθήματά της πρέπει να αποτρέπουν τις καταχρήσεις και όχι να βοηθούν την κωλυσιεργία.]
Άρθρο 972 ΚΠολΔ
Με τη διάταξη της §1β προβλέπεται, ότι η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί στον συμβολαιογράφο το αργότερο πέντε (5) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό και μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση, σε αντίθεση με την ισχύοντα ΚΠολΔ που προβλέπει δεκαπενθήμερη προθεσμία μετά τον πλειστηριασμό.
Αυτό θα έχει ως συνέπεια να εξοβελίζονται, κατ΄ αποτέλεσμα, οι απλοί δανειστές από την διαδικασία των πλειστηριασμών, αφού οι τράπεζες έχοντας οργανωμένες υπηρεσίες θα μπορούν να παρακολουθούν αυτούς και να γνωρίζουν την ακριβή ημερομηνία διεξαγωγής τους, σε αντίθεση με τους πρώτους που ήδη πριν την διεξαγωγή του πλειστηριασμού, θα έχουν απωλέσει την προθεσμία της αναγγελίας και εντεύθεν της ικανοποίησής τους από το πλειστηρίασμα.
[Αν και κατά τη γνώμη μου αντιφάσκουν εδώ οι παρατηρήσεις (αφενός παρατηρείται στο αμέσως προηγούμενο άρθρο πως μόνο οι τράπεζες ωφελούνται από την σύντομη διαδικασία πλειστηριάσματος, αφετέρου τώρα οι ιδιώτες δανειστές θα απωλέσουν δικαιώματα; Ποιοι ιδιώτες δανειστές; Αυτοί εις βάρος των οποίων τίθεται η κατάργηση του δικαιώματος αναίρεσης του οφειλέτη;) αφετέρου, η διατήρηση μίας λογικής προθεσμίας (πχ 10 ή 8 εργάσιμες) είναι νομίζω στα πλαίσια του εφικτού και συζητήσιμου. Πέρα όμως απ’ αυτά, και δικαιοπολιτικά, η αναγγελία δανειστών μετά τον πλειστηριασμό είναι που φαλκιδεύει τα δικαιώματα του επιμελούς επισπεύδοντος δανειστή: κάποιος άλλος δηλαδή έχει επωμισθεί το κόστος της διαδικασίας, και αφού γίνει ο πλειστηριασμός και επιτευχθεί το όποιο τίμημα, οι υπόλοιποι δανειστές, αξιολογώντας το, αναγγέλλονται ή όχι ανάλογα με τα συμφέροντά τους.]
Το σοβαρότατο όμως πρόβλημα που θα δημιουργήσει η διάταξη αυτή, είναι το γεγονός, ότι στη περίπτωση που επισπεύδεται πλειστηριασμός κατά του οφειλέτη, τότε οι τράπεζες, όπως και κάθε άλλος δανειστής, ακριβώς για να αναγγελθούν εμπρόθεσμα πριν από τον πλειστηριασμό, θα αναγκασθούν να καταγγείλουν και τις δικές τους δανειακές συμβάσεις, αυξάνοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο των αριθμό των κόκκινων δανείων. [Αυτό ισχύει και τώρα, και δεν κατανοώ γιατί οι 5 μέρες πριν οι 15 μέρες μετά μπορούν να το επηρεάσουν. Δηλαδή 15 μέρες για μία τράπεζα είναι αρκετές να καταγγείλει, να λάβει εκτελεστό τίτλο και να αναγγελθεί; Τη στιγμή που η προθεσμία για ανακοπή κατά εκτελεστού τίτλου είναι σήμερα 15 εργάσιμες; Και άντε η τράπεζα έστω τα καταφέρνει. Ο ιδιώτης;]

Άρθρο 975 ΚΠολΔ
Με την εν λόγω διάταξη περιορίζεται το προνόμιο των δικηγόρων στον πίνακα κατάταξης μόνο στις αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή κήρυξης της πτώχευσης όταν αυτοί (δικηγόροι) αμείβονται με πάγια περιοδική αμοιβή, θέτοντας έτσι εκποδών (σε αντίθεση με την ισχύουσα διάταξη «κατά υπόθεση») το σύνολο των αμοιβών που προέρχονται από την λοιπή δικηγορική ύλη της πλειοψηφίας των δικηγόρων που δεν παρέχουν έμμισθες υπηρεσίες. Έτσι λ.χ. αμοιβές από εργολαβικό ή αμοιβή υπολογιζόμενη κατ΄ αποκοπή ανά υπόθεση δεν τυγχάνουν υπό την νέα διάταξη κανενός προνομίου.
[και πάλι αντιφάσκουν οι παρατηρήσεις εδώ. Ή τελικά ωφελούνται μόνο οι τράπεζες (στις οποίες οι δικηγόροι συνήθως δουλεύουν ως έμμισθοι) ή όχι. Μάλιστα, κατά τη γνώμη μου αυτή η διάταξη έχει ένα πολύ καλό σημείο: αποτρέπει την προνομιακή εκπλήρωση απαιτήσεων μεγάλων δικηγορικών γραφείων που ίσως να συνεργάζονται με τις τράπεζες μόνον στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς σχέση έμμισθης εντολής, κάτι που καλώς ή κακώς, μπορεί να αποτελέσει μία εστία καταπολέμησης διαφθοράς και καταχρήσεων, καθώς και ένα κίνητρο εξυπηρέτησης των υγιών συμφερόντων τόσο του δανειστή όσο και του οφειλέτη. Βέβαια καλό θα είναι να ο περιορισμός αυτός να αφορά μόνον χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, και οι δικηγορικές αμοιβές από ιδιώτες δανειστές να μην υπάγονται σ’ αυτόν.]

Άρθρο 977 ΚΠολΔ
Στη διάταξη αυτή και συγκεκριμένα στην §3 προβλέπεται, μεταξύ των άλλων, συμμετοχή στη διανομή του πλειστηριάσματος και των προσημειούχων δανειστών εις τρόπο ώστε οι απαιτήσεις με ειδικό προνόμιο (υποθήκη) του άρθρου 976 να ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις με γενικό προνόμιο του άρθρου 975 (δικηγορικές αμοιβές, αμοιβές εργαζομένων, απαιτήσεις δημοσίου για ΦΠΑ, απαιτήσεις οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις (προσημειώσεις) έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Περαιτέρω προβλέπεται, ότι αν συντρέχουν απαιτήσεις του άρθρου 975 και μη προνομιούχες απαιτήσεις, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται σε ποσοστό έως το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, ενώ οι μη προνομιούχοι ικανοποιούνται στο υπόλοιπο ποσοστό συμμέτρως.
Διάταξη η οποία ευνοεί αποκλειστικά τις τράπεζες, σε βάρος των εργαζομένων, δικηγόρων, αλλά και απέναντι ακόμα και στο ελληνικό δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αφού οι πρώτες αποκτούν κατ΄ αυτόν τον τρόπο συμμετοχή στη διανομή του πλειστηριάσματος ακόμα και με την προσημείωση υποθήκης, χωρίς να είναι αναγκασμένες να την έχουν τρέψει προηγουμένως σε υποθήκη.
[Καλό είναι εδώ πέρα να γνωρίζουμε ότι και η παλιά διάταξη προέβλεπε ποσόστωση, η οποία απλώς αλλάζει. Επομένως είναι μύθος η κατάργηση δικαιωμάτων των εργαζομένων, ΦΔ και ΦΚΑ. Εδώ όμως, καλό είναι να αξιολογήσουμε το εξής: το δημόσιο έχει πλέον τη δυνατότητα να προβαίνει σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς μέσω email και κατατάσσεται – αν ακολουθήσει τη διαδικασία ως επισπεύδων δανειστής – προνομιακά με όσους τρόπους μπορεί να φανταστεί κανείς. Σε απλά ελληνικά, αν το Ελληνικό Δημόσιο είναι επιμελέστερος δανειστής, οι τράπεζες, ακόμα και με το προτεινόμενο καθεστώς δεν έχουν καμία ευκαιρία να ικανοποιηθούν προνομιακά. Ο μόνος τρόπος είναι να γίνει αυτό είναι να είναι – πολύ – επιμελέστερες από το Ελληνικό Δημόσιο.  Τέλος, καλό είναι να μάθουμε κάποια στιγμή τα ποσά που παίρνει το Ελληνικό Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης από αυτές τις διαδικασίες, καθώς και πως διατίθενται.]

Άρθρο 1009 ΚΠολΔ
Με την εν λόγω διάταξη προβλέπεται, ότι αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία, διάταξη που θέτει σε δυσμενέστατη θέση τον καλόπιστο μισθωτή – επαγγελματία, ο οποίος πέρα από την απώλεια του μισθίου θα έχει και τεράστια οικονομική ζημία στη περίπτωση που θα έχει προβεί, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, σε επενδύσεις στο μίσθιο που πλειστηριάσθηκε.
[Σαν θεωρητική άσκηση επί χάρτου, όντως είναι μία λάθος διάταξη. Όμως, επειδή δυστυχώς υπάρχει το φαινόμενο εικονικών ενοικίων με προφανή σκοπό την μείωση της αξίας του ακινήτου, και συνακόλουθα, του ενδιαφέροντος της τράπεζας να το εκποιήσει, θεωρώ ότι είναι μία σωστή διάταξη.]

Σημείωση:
Μεταξύ των διατάξεων περί αναγκαστικής εκτέλεσης που είχαμε προβάλει σοβαρές και εμπεριστατωμένες αντιρρήσεις ήταν κι εκείνες των άρθρων 993 και 995 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Επίσης, ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης, διάταξη η οποία θα οδηγήσει σε αυθαιρεσίες, αφού, στη ρευστή οικονομική κατάσταση την οποία διέρχεται η χώρα, λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι εύκολο κυρίως για τις τράπεζες να προσδιορίζουν μικρές εμπορικές αξίες, σε βλάβη των συμφερόντων των οφειλετών που θα αποσβένουν αντίστοιχα μικρότερο ποσό χρέους και το κέρδος των τραπεζών θα συνίσταται έτσι αφενός μεν ότι το υπόλοιπο της οφειλής του δανειολήπτη θα εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, αφετέρου δε η ίδια η τράπεζα μπορεί να πλειοδοτήσει και κατ΄ αυτόν τον τρόπο να αποκτά περιουσιακά στοιχεία των οφειλετών σε χαμηλές (εμπορικές) αξίες.
[Η εμπορική αξία όντως είναι μέγιστο λάθος, και είναι το μοναδικό σημείο της νέας αναγκαστικής εκτέλσης στο οποίο έχω σοβαρές αντιρρήσεις. Ειδικά από τη στιγμή που σε αυτή τη χώρα φορολογούμαστε με ΑΑ του 2007 και ακόμα περισσότερο μετά την αναβολή της απόφασης από το ΣτΕ για να δοθεί χρόνος στο Ελληνικό Δημόσιο να αναπροσαρμόσει τις τιμές. Καλό όμως είναι να ξέρουμε ότι η απελευθέρωση αυτής της τιμής μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και σε όφελος εταιριών οφειλετών, οι οποίες δεν προβαίνουν σε εκποιήσεις οικειοθελείς, λόγω του ότι γνωρίζουν ότι θα ακολουθήσουν 2-3 άγονοι πλειστηριασμοί, τα έξοδα των οποίων δε μπορούν να διαθέσουν.]
Τελικά, στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο, οι ανωτέρω διατάξεις παραμένουν μεν ως έχουν, όμως κατόπιν της ως άνω κριτικής μας, συμπεριελήφθη μεταβατική διάταξη στο τέλος του νομοσχεδίου, σύμφωνα με την οποία, αυτές θα τεθούν σε εφαρμογή μετά την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, «η οποία θα γίνει το αργότερο έως τις 31-12-2015 και θα καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας αυτής και κάθε άλλη λεπτομέρεια».
Δηλαδή, μέχρι την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος, η εκτίμηση της αξίας των ακινήτων θα γίνεται σύμφωνα με την αντικειμενική αξία που ισχύει κατά τον χρόνο της κατάσχεσης.
 [Πάρα πολύ καλή παρέμβαση. Συμφωνώ απολύτως.]

2. Επί των διατάξεων για την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων
[Ξεκαθαρίζω από την αρχή, ότι τη ρύθμιση της τακτικής διαδικασίας που εισάγεται τη θεωρώ τραγική από άποψη σκοπιμότητας. Είναι φανερό ότι οι συντάκτες δεν έχουν την άποψη της οργάνωσης των δικαστηρίων που έχει ένας μαχόμενος δικηγόρος. Είναι αντιπαραγωγική: ο δικηγόρος θα χρειάζεται να πηγαίνει για μία δίκη 5-6 φορές μίνιμουμ στο δικαστήριο. Για να τηρηθούν οι διατάξεις θα χρειαστεί υποδομή, χώροι, προσωπικό και εκπαίδευσή του, κάτι που σίγουρα στην πράξη δεν το έχουν λάβει υπόψη τους οι συντάκτες. Όμως οι κάτωθι παρατηρήσεις σκοπούν να καταδείξουν στο ότι οι χαρακτηρισμοί που αποδίδονται είναι εν πολλοίς υπερβολικοί. Συνοψίζοντας, και εγώ θα προτιμούσα η τακτική διαδικασία να συγκλίνει με τις ειδικές, αλλά αυτό δεν κάνει την παρούσα ρύθμιση αντισυνταγματική.]
Καταργείται η εμμάρτυρη απόδειξη [στην τακτική διαδικασία: τουτέστιν, όχι στα εργασιακά, όχι στα οικογενειακά, όχι στα αυτοκίνητα, όχι στην εκουσία κλπ. Επί της ουσίας, η τακτική διαδικασία είναι πλέον αρκετά περιορισμένη σε φύση και αριθμό.] με αποτέλεσμα να καθίσταται άνευ ουσιαστικού περιεχομένου η αποδεικτική διαδικασία και να αναιρείται κάθε έννοια δίκαιης δίκης (άρθρο 237 επ. ΚΠολΔ). [Δε συμφωνώ ότι καταργείται η έννοια της δίκαιης δίκης από μόνο το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν ακούει μάρτυρες αλλά απλώς διαβάζει τις ένορκες και αν θέλει έχει το δικαίωμα να τους εξετάσει κιόλας. Σε καμία περίπτωση.]
Αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση ότι, εν προκειμένω, υιοθετείται ένα «πρότυπο δίκης» που στηρίζεται στην έγγραφη διαδικασία, στην έγγραφη διεξαγωγή των αποδείξεων. Το εν λόγω «πρότυπο» δομείται στη βάση ανελαστικών προθεσμιών και μιας φερόμενης απλοποίησης της όλης διαδικασίας. [Όντως, το διαδικαστικό βάρος που πέφτει στους δικηγόρους είναι τεράστιο και αντιπαραγωγικό.] Η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο κατ’ αρχάς καταργείται. Αυτή η βουβή συζήτηση μπορεί μάλιστα να λάβει χώρα χωρίς την παρουσία διαδίκων ή πληρεξουσίων δικηγόρων! [Όχι. Το δικόγραφο πάντα θα υπογράφεται από δικηγόρο και αν γίνει η εξέταση του μάρτυρα επιτρέπεται κανονικά η κατ’ αντιπαράσταση εξέταση.] Στη συνέχεια, προβλέπεται η δυνατότητα να επαναληφθεί η συζήτηση, δηλαδή να υπάρξει κατ’ αντιδικία προφορική εξέταση του μάρτυρα, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο από το δικαστήριο και σε περίπτωση Πολυμελούς Δικαστηρίου τούτη διεξάγεται μόνον ενώπιον του Εισηγητή και όχι της όλης σύνθεσης! [και σήμερα αυτό γίνεται στην προφορική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς. Δε λέω ότι είναι σωστό, αλλά «κατάργηση δίκαιης δίκης» δεν το χαρακτηρίζεις.] Είναι ευνόητο ότι έτσι τίθεται εκποδών η «ουσία» της διάσκεψης του Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση. Καταστρατηγείται δε ουσιαστικά η αρχή του φυσικού δικαστή. [Όχι, δεν καταστρατηγείται. Οι υποθέσεις πολυμελούς – εκτός από τις υποθέσεις προσβολής προσωπικότητας ίσως – έχουν συνήθως καθαρά περιουσιακό αντικείμενο, και εν πολλοίς, στηρίζονται ούτως ή άλλως σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό στην έγγραφη διαδικασία. Μην ξεχνάμε ότι απαιτήσεις πάνω από 20.000 € δεν αποδεικνύονται με μάρτυρες, και η όποια εξέταση αποσκοπεί στην διαπίστωση επιμέρους σημείων της νομικής βάσης (πχ υπαιτιότητας)]
Οι αντιρρήσεις, λοιπόν, που έχουν αναπτυχθεί επί των εν λόγω ρυθμίσεων είναι πολλές και άκρως σοβαρές. Ενδεικτικά:
Ουσιαστικά αναιρούνται οι θεμελιώδεις αρχές της αμεσότητας και της προφορικότητας που διέπουν μέχρι σήμερα την πολιτική δίκη. Στο σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η αναφορά στην ακόλουθη σκέψη των συντακτών του νομοσχεδίου, στο βαθμό που αποτέλεσε «δεδομένο» για τις προτεινόμενες ρυθμίσεις: «Είναι σαφές ότι η συζήτηση στο ακροατήριο αντιμετωπίζεται …ως μια κενή περιεχομένου αλλά και επιβαρύνουσα τυπικότητα (!)». Και τίθεται το ερώτημα: Με ποιο κριτήριο υπολαμβάνεται η τήρηση θεμελιωδών αρχών ως μια ενοχλητική τυπικότητα; [μπορεί να είναι τραγικό, όμως όλοι όσοι δικηγορούμε στην πράξη γνωρίζουμε – καλώς ή κακώς – ότι αυτό συμβαίνει. Το φόρτο εργασίας και οι καθυστερήσεις έκδοσης αποφάσεων που προκαλεί η έλλειψη υποδομών καθιστά την προφορική διαδικασία μία μακρινή ανάμνηση. Μάλιστα, ακόμα και η καθαρογραφή των πρακτικών στην Αθήνα τουλάχιστον, αργεί χαρακτηριστικά (με εξαίρεση ίσως το Ειρηνοδικείο Αθηνών). Αν όλα όσα ευαγγελίζονται οι καινούργιες διατάξεις, φέρουν πιο γρήγορες αποφάσεις, φρονώ πως η ποιότητά τους θα αναβαθμιστεί.] Οι δικονομικοί τύποι ήσαν και είναι πάντοτε οι ασφαλιστικές δικλείδες για την αποτροπή αυθαιρεσιών και για την τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου.
Διατηρούνται τα υψηλά παράβολα η καταβολή του δικαστικού  ενσήμου κατά τη συζήτηση της αγωγής [όντως, κακώς διατηρούνται αυτά], ακόμη κι αν το αίτημα είναι αναγνωριστικό, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνονται τα προβλήματα που ήδη ανακύπτουν στην πράξη και να εμποδίζεται η πρόσβαση των πολιτών στη δικαιοσύνη. Η παραβίαση μάλιστα του εν λόγω δικαιώματος έχει ήδη καταδειχθεί με αποφάσεις δικαστηρίων ουσίας, που νομολόγησαν περί της αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων. Και σ’ αυτό το δικαίωμα και σ΄αυτές τις δικαστικές αποφάσεις κώφευσαν οι συντάκτες του νομοσχεδίου. [Ναι, αλλά έχει ήδη καταδειχθεί η αντισυνταγματικότητά του. Προφανώς θα καταδειχθεί εκ νέου, ενώ αυτή η παρατήρηση μάλλον συζήτηση περί ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου θα έπρεπε να ανοίξει: ο ΚΠολΔ πάντοτε είχε διατάξεις αμφίβολης συνταγματικότητας, στο μέτρο τουλάχιστον της νομολογικής εφαρμογής του.]
Προτείνεται επαναφορά της επιβολής προσωρινής κράτησης και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις. Παρά την πρόβλεψη εξαίρεσης, σε περίπτωση που –πάντως- αποδεικνύεται η αδυναμία εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής, η προτεινόμενη διάταξη, ως κανόνας, είναι αμφίβολης συμβατότητας με την ΕΣΔΑ. [Απαράδεκτο μέτρο, αντισυνταγματικό. Όπως ήταν μέχρι την σχετικά πρόσφατη κατάργησή του.]
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Είναι ευνόητο ότι η αδιάλλακτη στάση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης στις παραπάνω ρυθμίσεις συνιστά απρόκλητη επίθεση όχι μόνον κατά της νομικής κοινότητας, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας, η οποία συνεχίζει να βάλλεται. Ουσιαστική στόχευση των ρυθμίσεων δεν είναι η ορθή και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης , αλλά η εξυπηρέτηση συμφερόντων των Τραπεζών.
[σίγουρα οι συντάκτες έχουν πάρα πολλά κενά, αλλά νομίζω πως οι παλιές προθεσμίες (βλ. έξι μήνες, απρόθεσμα τύπου «μέχρι να διενεργηθεί η τάδε πράξη» διευκόλυναν υπερβολικά τους στρατηγικούς κακοπληρωτές.]
Η νομική κοινότητα ομονοεί ότι εν λόγω νομοσχέδιο όχι μόνον δεν συμβάλλει στην επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, αλλά αντίθετα επιτείνει στην επιβράδυνση της πολιτικής δίκης. Θα προκαλέσει στην πράξη σοβαρά προβλήματα εφαρμογής, ανασφάλεια δικαίου και εν τέλει έλλειμμα δικαιοσύνης.
 [Μένει να το δούμε. Μέχρι όμως να το δούμε, μήπως να προτείναμε την ίδρυση ανεξάρτητης στατιστικής υπηρεσίας για τα της δικαιοσύνης, έτσι ώστε να μη λέει ο κάθε Υπουργός ό,τι του κατέβει;]

Άλλες παρατηρήσεις επί του Ν/Σ σε μορφή ερωταπαντήσεων

Πότε θα αρχίσει να εφαρμόζεται;
Αν το υπό ψήφιση ν/σ μείνει ως έχει, το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμίσεών του ΚΠολΔ θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2016 (σελ. 787 ν/σ).
Ψηφίζονται αύριο πλειστηριασμοί α’ κατοικίας;
Όχι. Πάντα ο ΚΠολΔ προέβλεπε τις διατάξεις που διέπουν τους πλειστηριασμούς. Όμως από 1.1.2015 δεν υπάρχει αυτοτελής προστασία κύριας κατοικίας και διενεργούνται κανονικότατα πλειστηριασμοί. Η αυτοτελής ειδική νομοθεσία που υπήρχε παλαιότερα, δεν ανανεώθηκε [παρ’ εκτός από μία Υπουργική Απόφαση που καλύπτει τον Ιούλιο, μέχρι δηλαδή την έναρξη του Αυγούστου, που ούτως η άλλως δεν μπορούν να γίνουν πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης).


 Προσοχή: συνεχίζουν να υπάρχουν κανονικότατα όλα τα νομοθετήματα αναδιάρθωσης χρεών (ν. 3869/2010 ή Νόμος Κατσέλη, Πτωχευτικός Κώδικας, ν. 4307/2014 για τα κόκκινα δάνεια). Μην ακούτε τον θόρυβο των media ότι καταργούνται. Τουλάχιστον για το Νόμο Κατσέλη – όπως είχα γράψει από το 2014 όταν το ν/σ είχε εισαχθεί προς ψήφιση και τα ΜΜΕ είχαν οργιάσει και τότε – κάτι τέτοιο είναι άλλωστε τεχνικά δύσκολο. Μπορεί να υπάρξουν συντομεύσεις δικασίμων, και άλλες διοικητικές αλλαγές, αλλά το πιθανότερο είναι πως η βάση τους θα μείνει η ίδια.

Ο οδηγία BRRD σημαίνει κούρεμα καταθέσεων;
Η οδηγία αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται από την ΕΚΤ και το Ευρωσύστημα τα προβληματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ένα από τα εργαλεία είναι όντως το λεγόμενο «κούρεμα καταθέσεων» (ακριβής νομική ορολογία είναι «εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα» ή bail-in στην αγγλική, βλ. άρ. 43 της οδηγίας).
Για να γίνει κούρεμα καταθέσεων όμως πρέπει να υπάρξει μία συγκεκριμένη αξιολόγηση, έτσι ώστε να κριθεί ότι πέρα απ’ όλα τα διαθέσιμα εργαλεία, χρειάζεται να γίνει και αυτό.

Οι καταθέσεις κάτω των 100.000 € είναι εγγυημένες;
Κατά την ταπεινή μου άποψη, με το ευρωπαϊκό και το ελληνικό δίκαιο ως έχει, και με την αυτονόητη προϋπόθεση της παρουσίας της χώρας μας στην ΕΕ, ναι. Προφανώς δεν κάνω οικονομική πρόβλεψη αυτή τη στιγμή, αλλά καθαρά νομική:
Ναι μεν η οδηγία που προστατεύει τις καταθέσεις δεν είναι η οδηγία 2014/59/ΕΕ, που είναι αυτή που εισάγεται αύριο προς ψήφιση, αλλά οι 2009/14/ΕΚ, και  2014/49/ΕΕ, οι οποίες δεν έχουν εισαχθεί στο ελληνικό δίκαιο, ωστόσο, η 2014/59/ΕΕ αναφέρει ρητά το σύστημα εγγύησης καταθέσεων της 2014/49/ΕΕ.
Επιπλέον, τόσο η Οδηγία 2009/14/ΕΚ (άρ. 2) όσο και η Οδηγία 2014/49/ΕΕ (άρ. 20) έχουν ήδη αρχίσει να παράγουν αποτελέσματα, αφού έχει παρέλθει η προθεσμία εισαγωγής τους στο εθνικό δίκαιο, και επομένως, οι πολίτες της Ένωσης μπορούν να αντλήσουν απευθείας δικαιώματα.
Έτσι, η εγγύηση αυτών των καταθέσεων προκύπτει τόσο από τις ανωτέρω σκέψεις, όσο και από τον συνδυασμό των υπ’αρ. (72) (112) σκέψεων και (μεταξύ άλλων) των άρθρων 2, 31, 44, 108 της υπό ενσωμάτωση οδηγίας 2014/59/ΕΕ, όπου αναφέρεται ρητά το σύστημα εγγύησης καταθέσεων της 2014/49/ΕΕ όσο και η υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να το σεβαστούν.


Slider 540748134227051899

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΕΚΓΡΙΘΟΥΝ

emo-but-icon

Αρχική σελίδα item

ΚΑΘΕ ΝΕΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων

ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ ΤΗΣ ΒΔΟΜΑΔΑΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ