Loading...

ΑΠ 1081/2015: το έντοκο δάνειο αποτελεί τελεία αμφοτεροβαρή σύμβαση

Πηγή: www . areiospagos . gr : ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου – το έντοκο δάνειο αποτελεί τελεία αμφοτεροβαρή σύμβαση – το άτοκο δάνει...




Πηγή: www.areiospagos.gr : ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου – το έντοκο δάνειο αποτελεί τελεία αμφοτεροβαρή σύμβαση – το άτοκο δάνειο αποτελεί ατελώς αμφοτεροβαρή σύμβαση, αφού το ζεύγμα υποχρεώσεων δεν συνυπάρχει χρονικά – η υποχρέωση προς απόδοση του δανείσματος δεν αποτελεί αντάλλαγμα (αντιπαροχή) για τη δόση του δανείσματος, αλλά απλή έννομη συνέπεια αυτής – εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης (πλαφόν) μεταξύ τράπεζας και οφειλέτη – εργολάβου, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος δικαιούται τμηματική εκταμίευση δανείου, αποδεικνύοντας κάθε φορά τις εργασίες που αφορούσε το τμήμα του δανείου, εμπίπτει στις εξαρτώμενες από αντιπαροχή απαιτήσεις – αναιρεί – παραπέμπει.


Αριθμός 1081/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία ".............." και τον διακριτικό τίτλο "......................." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ".............. ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3852/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5615/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 11/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 982 παρ. 1 ΚΠολΔ μπορούν να κατασχεθούν: α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματα που βρίσκονται στα χέρια τρίτου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα ή υπό αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται, όμως στο χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, ωστόσο, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της.
Η μη εξάρτηση της χρηματικής απαίτησης από αντιπαροχή, η οποία αποτελεί όρο του επιτρεπτού της κατάσχεσης απαιτήσεως του οφειλέτη στα χέρια τρίτου, έχει την έννοια ότι πρόκειται για απαίτηση, η οποία δεν θα μπορούσε στη διαγνωστική δίκη να αντικρουστεί με την ένσταση του άρθρου 374 Α.Κ. Επομένως, στην περίπτωση που δεν υφίσταται υποχρέωση ταυτόχρονης εκπλήρωσης των παροχών ή η παροχή του ενός έχει προεκπληρωθεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξάρτηση της απαίτησης από αντιπαροχή. Σχετική είναι και η διάταξη του άρθρου 921 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, όταν σε αμφοτεροβαρείς συμβάσεις ο οφειλέτης έχει υποχρέωση παροχής με τον όρο ότι ο δανειστής θα εκπληρώσει ταυτόχρονα την αντιπαροχή που τον βαρύνει, η αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να προχωρήσει πριν γίνει η προσφορά της αντιπαροχής στον οφειλέτη, εκτός αν αποδεικνύεται με έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό που έχει αποδεικτική δύναμη ότι εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε υπερημερία αποδοχής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 806 του Α.Κ. «με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 Α.Κ.) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεση τους (solo consesu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου (άρθρο 809 ΑΚ, ΑΠ 1833/2011, 878/2011).
Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του πελάτη ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει τμηματικά. Στη σύμβαση αυτή γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος.
Το ζεύγμα όμως αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητα τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, γιατί δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη (υποχρέωση απόδοσης του δανείου) γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης. Έτσι επί ατόκου δανείου η σύμβαση είναι ατελώς αμφοτεροβαρής, διότι η υποχρέωση προς απόδοση του δανείσματος δεν αποτελεί αντάλλαγμα (αντιπαροχή) για τη δόση του δανείσματος, αλλά απλή έννομη συνέπεια αυτής. Αντίθετα το έντοκο δάνειο αποτελεί τελεία αμφοτεροβαρή σύμβαση, διότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει ο δανειζόμενος αποτελούν το αντάλλαγμα (αντιπαροχή) για την παραχώρηση της χρήσεως του δανειζομένου κεφαλαίου, ως προς την οποία και μόνο τελούν σε σχέση αλληλεξάρτησης και όχι με την υποχρέωση απόδοσης του κεφαλαίου ή καταβολής του δανείου στον λήπτη. Η απαίτηση του δανειζομένου για την καταβολή του δανείσματος είναι εκχωρητή και κατασχετή, πλην όμως, στην περίπτωση που ο δανειζόμενος δεν υποχρεούται, αλλά δικαιούται να ζητήσει την καταβολή του δανείσματος, δεν μπορεί να επιδιωχθεί από τον κατασχόντα η αναγκαστική είσπραξη του, πριν ο δανειζόμενος ζητήσει από τον δανειστή τη λήψη του δανείσματος, διότι στην περίπτωση αυτή η απαίτηση του δανειζομένου τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση, η πλήρωση της οποίας μόνο από τον ίδιο μπορεί να γίνει.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα –Τράπεζα, με την από 5-9-2005 ανακοπή της που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη ότι στις 28-6-2005 επέβαλε εις χείρας της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας κατάσχεση της απαιτήσεως του οφειλέτη της Ν. Χ. για καταβολή σ` αυτόν του υπολοίπου δανείσματος που όφειλε η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει εις εκπλήρωση της μεταξύ τους από 13-6-2005 σύμβασης πίστωσης ύψους 500.000 ευρώ, προκειμένου ο δανειολήπτης να αγοράσει, αποπερατώσει και βελτιώσει οριζόντιες ιδιοκτησίες επί πολυωρόφου οικοδομής, της καταβολής αυτής τελούσης υπό την αίρεση της προόδου των εργασιών αποπεράτωσης της οικοδομής, ζήτησε να αναγνωρισθεί ως αναληθής η αρνητική δήλωση που υπέβαλε η καθής και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 500.000 ευρώ. Η ανακοπή έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ` αριθ. 3852/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι μεταξύ της καθής η ανακοπή και του καθού η κατάσχεση Ν. Χ. υφίσταται σύμβαση πίστωσης τοκοχρεωλυτικού δανείου ως γενεσιουργός αιτία της απαιτήσεως του τελευταίου προς απόληψη προϊόντος δανείου ύψους 268.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι η απορρέουσα από την κατάρτιση συναινετικού δανείου απαίτηση του οφειλέτη της ανακόπτουσας τράπεζας κατά της καθής η ανακοπή για τμηματική καταβολή του δανείσματος τελούσε υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης εκτέλεσης εργασιών αποπεράτωσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών και την προσκόμιση όλων των αναγκαίων παραστατικών εγγράφων που αποδεικνύουν την ολοκλήρωση των εργασιών του συγκεκριμένου σταδίου και τη χρησιμοποίηση του δανείου για τις παραπάνω εργασίες, η οποία προϋπόθεση δεν αποτελεί αντιπαροχή κατά την έννοια του άρθρου 982 ΚΠολΔ, όπως υποστήριξε η καθής η ανακοπή, αλλά αίρεση που δεν εμποδίζει την κατάσχεση της απαιτήσεως.
Κατά της αποφάσεως αυτής η καθής η ανακοπή τράπεζα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τα εξής:
«..Με τη σύμβαση για άνοιγμα πίστωσης η Τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση να πιστοδοτεί ορισμένο πρόσωπο πελάτη της είτε εμμέσως π.χ. με παροχή δανείου ή κατ` άλλον τρόπο. Η σύμβαση αυτή, όπως όλες οι πιστωτικές συμβάσεις είναι έγκυρη και εντάσσεται στην κατηγορία των ανωνύμων συμβάσεων του άρθρου 361 του ΑΚ, ενώ κατ` άλλη άποψη φέρει το χαρακτήρα του με μόνη τη συναίνεση καταρτιζομένου δανείου, ως ελέχθη, κατά δε τρίτη άποψη αποτελεί προσύμφωνο δανείου. Υπό την παραδοχή της πρώτης απόψεως κατά την οποία η πιστωτική σύμβαση αποτελεί ανώνυμο συνάλλαγμα (άρθρο 361 ΑΚ) δεν έχουν εφαρμογή οι για χρηματικές παροχές διατάξεις των άρθρων 345-346 του ΑΚ και τα κατά το άρθρο 951 ΚΠολΔ μέσα προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, αλλά τα κατά τα άρθρα 946 επ (του ΚΠολΔ) μέσα εκτελέσεως προς επιχείρηση υλικών ή νομικών πράξεων, ενώ η έναντι της Τράπεζας απαίτηση του πιστούχου είναι ανεκχώρητη και ακατάσχετη και έτσι αποκλείεται η επιβολή κατάσχεσης στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης και εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος σκοπός της με την πίστωση εξυπηρέτησης ορισμένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και του αποκλεισμού άλλων. Άλλο βεβαίως είναι το θέμα ότι ασφαλώς και είναι επιτρεπτή η κατάσχεση στα χέρια τρίτου μελλοντικής ή υπό αίρεση ή προθεσμία ή όρο απαίτησης, εφόσον η έννομη σχέση από την οποία απορρέει αυτή (απαίτηση) υπάρχει κατά το χρόνο της επιβολής και άλλο το θέμα της αντιπαροχής που αποκλείει την κατάσχεση αυτή. Άλλωστε κατά τις αρχές του δικαίου δεν πρέπει να παροραθεί ότι σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης του οφειλομένου συναινετικού δανείου θα οδηγούσε σε βλάβη της τράπεζας, αφού το κατεσχημένο ποσό θα περιήρχετο στον επισπεύδοντα (άρθρο 990 ΚΠολΔ), ο δε καθ` ου η εκτέλεση, ως μη λαβών το δάνεισμα δεν θα υπεχρεούτο εις απόδοση στην τράπεζα ως τρίτη. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη ανακοπή η ανακόπτουσα (Τράπεζα ..........................) εκθέτει ότι έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση 1.644,640,92 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων εις βάρος του οφειλέτη της Ν. Χ., ως εγγυητή των στην ανακοπή λεπτομερώς περιγραφομένων συμβάσεων πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό. Ότι βάσει της με αριθμό 6310/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δυνάμει του από 28/6/2005 "κατασχετηρίου" της η ανακόπτουσα επέβαλε συντηρητική κατάσχεση στα χέρια της καθής η ανακοπή ως τρίτης μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ. Ότι η καθής η ανακοπή εντός της νομίμου προθεσμίας υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών την προσβαλλόμενη με αριθμό 4020/2005 αρνητική δήλωση τρίτου, στην οποία ανέφερε ότι δεν υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη της ανακόπτουσας Ν. Χ. κατά της ιδίας απορρέουσα από δανειακή σύμβαση-πίστωση. Ότι η άνω δήλωση είναι ανακριβής, διότι στις 13/6/2005 συνήφθη μεταξύ του Ν. Χ. και της καθ` ης η ανακοπή η με αριθμό .....2005 σύμβαση πιστώσεως δυνάμει της οποίας η καθής η ανακοπή ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στον άνω πιστούχο το ποσό των 500.000 ευρώ, προκειμένου αυτός να προβεί στην αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς και ανεγέρσεως των αναφερομένων στην ανακοπή οριζοντίων ιδιοκτησιών, βάσει του με αριθμό ...2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλλιθέας ..................... . Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί με την ένδικη ανακοπή της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δηλώσεως της καθής η ανακοπή ως τρίτης, να αναγνωρισθεί επίσης ότι η καθής τυγχάνει οφειλέτις του Ν. Χ. για το ποσό των 500.000 ευρώ και να υποχρεωθεί η καθής η ανακοπή να καταβάλει το ποσό αυτό στην ανακόπτουσα με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του, άλλως από την επίδοση της ανακοπής... Υπό το άνω περιεχόμενο η ανακοπή είναι νόμω αβάσιμη. Συγκεκριμένα υπό την εκδοχή ότι ο καθού η εκτέλεση Ν. Χ. έχει απαίτηση κατά της ........... Τράπεζας Ελλάδος (τρίτης) ποσού 500.000 ευρώ εκ δανείου, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή δεν κατεβλήθη το ποσό αυτό στον οφειλέτη της επισπεύδουσας Ν. Χ., δεν εγεννήθη σε κάθε περίπτωση απαίτηση αυτού κατά της ......... Τράπεζας, αφού σύμβαση δανείου, κατά την έννοια του άρθρου 806 του ΑΚ δεν καταρτίσθηκε. Υπό δε την εκδοχή κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, ότι συνήφθη συναινετικό δάνειο ή προσύμφωνο δανείου, τότε η γεννηθείσα απαίτηση του καθού η εκτέλεση (Ν. Χ.) κατά της ........ Τράπεζας, ασφαλώς κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα (μείζων πρόταση) και τα εκτιθέμενα στην ανακοπή (ελάσσων πρόταση), εξαρτάται εκ της αντιπαροχής αυτού, ήτοι της απόδοσης του οφειλομένου να του καταβληθεί συναινετικού δανείου των 500.000 ευρώ και συνακολούθως η κατάσχεση της απαιτήσεως αυτής του Ν. Χ. κατά της ........ Τράπεζας είναι άκυρη ως εξαρτώμενη εκ της αντιπαροχής του. Συνακολούθως η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε την ανακοπή ως νόμιμη και εν μέρει ως βάσιμη ουσίαν για το ποσό των 268.000 ευρώ έσφαλε και, δεκτής γενομένης της εφέσεως, πρέπει να εξαφανισθεί (η εκκαλουμένη), να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η ένδικη ανακοπή και να απορριφθεί ως μη νόμιμη».

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 982 παρ. 1 α` ΚΠολΔ, 806, 809 ΑΚ κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την ανακοπή, για το λόγο ότι και με την εκδοχή ότι συνήφθη συναινετικό δάνειο, η απαίτηση του δανειζομένου Ν. Χ., οφειλέτη της ανακόπτουσας, κατά της δανείστριας καθής η ανακοπή τράπεζας για καταβολή του δανείσματος τελεί σε εξάρτηση από την αντιπαροχή του να αποδώσει το οφειλόμενο να του καταβληθεί δάνειο και ότι εντεύθεν πρόκειται για ακατάσχετη απαίτηση, κατ` άρθρο 982 παρ.1 α` ΚΠολΔ.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, επί του συναινετικού δανείου, η υποχρέωση του δανειζομένου να αποδώσει το δάνεισμα δεν αποτελεί αντάλλαγμα (αντιπαροχή) έναντι της υποχρέωσης του δανειστή να καταβάλει το δάνεισμα, με την οποία δεν συνυπάρχει, αλλά έννομη συνέπεια της λήψεως του δανείου. Δεν νοείται, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση συνύπαρξη εξ αρχής των παροχών και εξάρτηση της υποχρέωσης καταβολής του δανείσματος από την (ταυτόχρονη) απόδοση του δανείου. Η κατά τη σύμβαση δε υποχρέωση του δανειζομένου, προκειμένου να εισπράξει τη δόση του δανείου, να προσκομίσει στη δανείστρια τράπεζα έγγραφα που να αποδεικνύουν την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών του συμφωνηθέντος σταδίου, δεν αποτελεί αντιπαροχή, όπως ισχυρίζεται η καθής η ανακοπή-αναιρεσίβλητη, αλλά αίρεση υπό την οποία τελεί η υποχρέωση καταβολής του δανείσματος, η οποία (αίρεση) δεν εμποδίζει την κατάσχεση της απαίτησης.
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμων των από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγων του αναιρετηρίου, οι οποίοι, κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή ( άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-              Αναιρεί την υπ` αριθ. 5615/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
-              Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
-              Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Slider 3533174644446908467

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΕΚΓΡΙΘΟΥΝ

emo-but-icon

Αρχική σελίδα item

ΚΑΘΕ ΝΕΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων

ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ ΤΗΣ ΒΔΟΜΑΔΑΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ