Φόρτωση...

ΑΠΟλ Συμβ (ΠΟΙΝ) 1/2013 | Αναιρεί λόγω αρνητικής υπέρβασης εξουσίας το προσβαλλόμενο 1786/2012 βούλευμά του Συμβ. Πλημμελειοδικών που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί για τη δήμευση και την καταστροφή του άνω πλαστού χαρτονομίσματος, διότι δεν διενεργείται κυρία ανάκριση και ότι αρμόδιος προς τούτο είναι ο εποπτεύων την αστυνομική προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών.



ΑΠΟλ Συμβ (ΠΟΙΝ) 1/2013 (ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) - Από το συνδυασμό των διατάξεων του 213 και 76 ΠΚ συνάγεται ότι από την κατοχή παραχαραγμένων ή κίβδηλων νομισμάτων δημιουργείται κίνδυνος για την δημόσια τάξη και υποχρεωτικά επιβάλλεται η δήμευσή τους ως μέτρο ασφαλείας για την προστασία του εθνικού νομίσματος. Στην περίπτωση που ενεργήθηκε αυτεπάγγελτη προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για την πράξη της κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος με πρόθεση και στη συνέχεια με διάταξη του Εισαγγελέως, που ενέχει άσκηση ποινικής δίωξης (άρθρ. 245 παρ.3 ΚΠΔ), η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο αγνώστων δραστών διότι ο δράστης δεν αποκαλύφθηκε, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αφού δεν υπάρχει άλλη δικονομική διάταξη, αρμόδιο για τη δήμευση και την καταστροφή των κατασχεθέντων παραχαραγμένων νομισμάτων κατά την άνω προδικασία, που παραμένει εκκρεμής, είναι το Δικαστικό Συμβούλιο κατ' ανάλογη εφαρμογή του άνω άρθρου 307 β' και 310 παρ.2 του ΚΠΔ), διότι άλλως η τύχη των κατασχεθέντων παραχαραγμένων νομισμάτων θα έμενε αρρύθμιστη. Αναιρεί λόγω αρνητικής υπέρβασης εξουσίας το προσβαλλόμενο 1786/2012 βούλευμά του Συμβ. Πλημμελειοδικών που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί για τη δήμευση και την καταστροφή του άνω πλαστού χαρτονομίσματος, διότι δεν διενεργείται κυρία ανάκριση και ότι αρμόδιος προς τούτο είναι ο εποπτεύων την αστυνομική προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών.




ΑΠΟλ Συμβ (ΠΟΙΝ) 1/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Πατινίδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Γεώργιο Χρυσικό, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Δημάδη, Βασίλειο Λυκούδη, Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπροέδρους, Βασίλειο Φούκα, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Νικόλαο Πάσσο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αργύριο Σταυράκη, Ιωάννα Πετροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Μαρία Βαρελά και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως υπέρ του νόμου του υπ' αριθμ. 1786/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού υπέρ του νόμου, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 26/20.7.2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελπινίκης Τσιφτσή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 884/2012.
Επί της αιτήσεως αυτής παραπέμφθηκε η υπόθεση στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 239/15.11.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ.1 εδάφιο α' ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 26/20-7-2012 αναίρεσή μας κατά του υπ' αριθμ. 1786/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφέρομαι καθ' ολοκληρία στους λόγους αναιρέσεως που εμπεριέχονται στην συνταχθείσα σχετικώς κατά το άρθρο 474 παρ.2 ΚΠΔ έκθεση με αριθμό 26/2012 και προτείνω και αύθις τα εν αυτή.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση με αριθμ. εκθ. 26/20-7-2012 αίτηση αναίρεσης υπέρ του νόμου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 1786/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία νομίμως έχει εισαχθεί προς εκδίκαση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρ. 483.3 εδ.β' ΚΠΔ και 23 παρ. 2α ν. 1756/1988), ασκήθηκε νομοτύπως με δήλωση του άνω Εισαγγελέα στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 509 παρ.1β' ΚΠΔ). Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα του λόγου της.
Κατά το άρθρο 213 παρ.1 του ΠΚ, η δήμευση των παραχαραγμένων ή κίβδηλων νομισμάτων ... διατάσσεται και αν ακόμα δεν διωχθεί και καταδικασθεί ορισμένο πρόσωπο και ανεξάρτητα από το αν αυτά ανήκαν ή όχι στον αυτουργό ή το συναίτιο της παραχάραξης ή κιβδηλείας. Κατά δε το άρθρο 76 του ιδίου Κώδικα, αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, ... επίσης και αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους ... Αν από τα ανωτέρω αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης, η δήμευσή τους επιβάλλεται υποχρεωτικά σε όποιον τα κατέχει, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την πράξη που τελέστηκε ... Αν δεν προηγήθηκε καταδίκη ορισμένου προσώπου ή δεν μπορούσε να γίνει δίωξη, τη δήμευση διατάσσει είτε το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση είτε το δικαστήριο πλημμελειοδικών, με πρόταση του εισαγγελέα. Σε κάθε περίπτωση δήμευσης, το δικαστήριο αποφασίζει αν αυτά που δημεύθηκαν πρέπει να καταστραφούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων τούτων συνάγεται ότι από την κατοχή παραχαραγμένων ή κίβδηλων νομισμάτων δημιουργείται κίνδυνος για την δημόσια τάξη και υποχρεωτικά επιβάλλεται η δήμευσή τους ως μέτρο ασφαλείας για την προστασία του εθνικού νομίσματος.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 307 β' ΚΠΔ, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει α) ..., β) όταν πρόκειται να κανονισθεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα όπως η κατάσχεση κλπ.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι και στην περίπτωση που ενεργήθηκε αυτεπάγγελτη προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για την πράξη της κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος με πρόθεση και στη συνέχεια με διάταξη του Εισαγγελέως, που ενέχει άσκηση ποινικής δίωξης (άρθρ. 245 παρ.3 ΚΠΔ), η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο αγνώστων δραστών διότι ο δράστης δεν αποκαλύφθηκε, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αφού δεν υπάρχει άλλη δικονομική διάταξη, αρμόδιο για τη δήμευση και την καταστροφή των κατασχεθέντων παραχαραγμένων νομισμάτων κατά την άνω προδικασία, που παραμένει εκκρεμής, είναι το Δικαστικό Συμβούλιο κατ' ανάλογη εφαρμογή του άνω άρθρου 307 β' και 310 παρ.2 του ΚΠΔ, η οποία είναι επιτρεπτή και στη σφαίρα του ποινικού δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 36/1990), διότι άλλως η τύχη των κατασχεθέντων παραχαραγμένων νομισμάτων θα έμενε αρρύθμιστη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 483 παρ.3 ΚΠΔ, ως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παρ.2 του ν. 3904/2010, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος ... μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Μετά την προθεσμία αυτή ο ίδιος εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει αναίρεση του βουλεύματος υπέρ του νόμου και για οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων που αφορούν την προδικασία χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.
Τέλος κατά το άρθρο 484 παρ.1στ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο, καίτοι συντρέχουν οι όροι για την άσκηση της δικαιοδοσίας του, τούτο αρνείται να την ασκήσει ήτοι όταν αποποιείται την εξουσία του κηρύσσοντας εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη ενώ ήταν αρμόδιο (Ολ.ΑΠ 3/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας ήτοι εκείνων της αστυνομικής προανάκρισης και της προκαταρκτικής εξέτασης που ακολούθησε, προέκυψε ότι στις 12-3-2010 παραδόθηκε από υπάλληλο παροχής υπηρεσιών ασφαλείας στο Τμήμα Ασφαλείας Κολωνού το με αριθμό σειράς V00247820335 και αριθμό κλισέ J003Ε2 χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ, το οποίο είχε κατατεθεί στα ταμεία του Σταθμού Διοδίων της Μεταμόρφωσης της Αττικής οδού, το οποίο κατασχέθηκε και τελικώς διαπιστώθηκε ότι είναι παραχαραγμένο. Μετά από τη διενέργεια της διαταχθείσης προκαταρκτικής εξέτασης δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη που έθεσε σε κυκλοφορία το παραχαραγμένο τούτο χαρτονόμισμα και αυτός παραμένει άγνωστος, ο δε Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την από 23-3-2012 πράξη του, η οποία επέχει θέση άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον αγνώστου δράστη σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 245 παρ.3 ΚΠΔ για το πλημμέλημα της ιδιαίτερα ελαφράς περίπτωσης κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος με πρόθεση (άρθρ. 208 παρ.1 περ.β' ΠΚ), έθεσε τη δικογραφία στο αρχείο αγνώστων δραστών, ενώ με την από 23-3-2012 πρότασή του προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών πρότεινε να διαταχθεί η δήμευση και η καταστροφή του άνω πλαστού χαρτονομίσματος.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών όμως με το προσβαλλόμενο 1786/2012 βούλευμά του έκρινε ότι είναι αναρμόδιο για να αποφανθεί για τη δήμευση και την καταστροφή διότι, κατ' αυτό, δεν διενεργείται κυρία ανάκριση και ότι αρμόδιος προς τούτο είναι ο εποπτεύων την αστυνομική προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών και κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί για τη δήμευση και την καταστροφή του άνω πλαστού χαρτονομίσματος.
Με βάση όμως τα ανωτέρω, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού εξ άλλου για την άνω τελεσθείσα πράξη απειλείται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή, και συνεπώς η πράξη αυτή δεν εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2β' του ν. 4043/2012 που αναφέρεται σε πλημμελήματα κατά των οποίων απειλείται φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και οι δύο, οπότε επί θέσεως της δικογραφίας στο αρχείο λόγω παραγραφής για πράξεις που τελέσθηκαν μέχρι 31-12-2011 για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνεται ο αρμόδιος Εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης, υφίστατο αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών να αποφανθεί για τη δήμευση και καταστροφή του πλαστού τούτου χαρτονομίσματος.
Συνεπώς, εφόσον το άνω Συμβούλιο έπραξε τα αντίθετα, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν ο εκ του άρθρου 484 ΚΠΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί υπερβάσεως εξουσίας, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί υπέρ του νόμου το άνω βούλευμα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί υπέρ του νόμου το 1786/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2013.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2013.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ           Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ








Σπυρίδων Αδάμ – Δικηγόρος Αθηνών – ΜΔΕ Ποινικών Επιστημών



 





+++Σας άρεσε; Διαδώστε το+++


___________________________________________________________________________
Υπέρβαση Εξουσίας 3398787607619271810

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΕΚΓΡΙΘΟΥΝ

emo-but-icon

Αρχική σελίδα item